ἀήσυρος

ἀήσυρος
Grammatical information: adj.
Meaning: prob. 'light, agile'; said of ants (A.) Cf. ἀήσυρον τὸ λέπτον, τὸ μετέωρον καὶ κοῦφον παρὰ τὸ ἀέρι σύρεσθαι ἐπὶ ὀρνέων Suda
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Connection with ἄημι is improbable. Prob. a substr. word (as often with -υρ-).
Page in Frisk: 1,27

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αήσυρος — ἀήσυρος, ον (Α) 1. ελαφρός σαν αέρας, μικρός 2. (για ανέμους) αυτός που φυσά ελαφρά, ήπιος, ανάλαφρος ή υψηλά, αυτός που πνέει στα ύψη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < *ἀήτ υρος, με συριστικοποίηση τού τ προς τού υ < ἀή τη / ἀή της «άνεμος» < ἄη μι… …   Dictionary of Greek

  • ἀήσυρος — light as air masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀήσυρον — ἀήσυρος light as air masc/fem acc sg ἀήσυρος light as air neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀήσυρα — ἀήσυρος light as air neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀήσυροι — ἀήσυρος light as air masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άημι — ἄημι (Α) Ι ενεργ. 1. (κυρίως για ανέμους) φυσώ, πνέω 2. αναπνέω, εισπνέω παθ. ἄημαι 1. χτυπιέμαι, δέρνομαι ή καταβάλλομαι από τον άνεμο 2. (για ήχους) μεταφέρομαι, διαδίδομαι με τον αέρα 3. αμφιταλαντεύομαι, φέρομαι εδώ κι εκεί από αμφιβολία ή… …   Dictionary of Greek

  • αήσυλος — ἀήσυλος, ον (Α) ο ασεβής, αισχρός, άπρεπος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται περί άπαξ ειρημένου τύπου τής Ιλιάδας (Ε 876: ἀήσυλα ἔργα). Πιθανώς να προήλθε από μεταπλασμό τού τ. αἴσυλος, για μετρικούς κυρίως λόγους, με επίδραση τών ἄημι, ἀήσυρος. Κατά τον… …   Dictionary of Greek

  • αίσυλος — αἴσυλος, ον (Α) απρεπής, ασεβής, κακός (αντίθ. τού αίσιμος*). [ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστης ετυμολ. Κατά τον Fraenkel, η λέξη συνδέεται με το επίθ. ἴσος: αἴσυλος= α(F)ίσσυλος < *α Fιδ σFος (=άνισος), οπότε αἴσυλος (ή ἀ(F)ίσσυλος, όπως τό διαβάζει ο… …   Dictionary of Greek

  • au̯(e)-10, au̯ē(o)-, u̯ē- —     au̯(e) 10, au̯ē(o) , u̯ē     English meaning: to blow     Deutsche Übersetzung: “wehen, blasen, hauchen”     Grammatical information: participle u̯ē nt     Note: in Slav. languages often from the “ throw dice “, i.e. to the cleaning of the… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.